
Ο χρόνος περνάει γρήγορα. Κι εγώ δεν είχα και τίποτα σημαντικό να γράψω. Μέχρι πριν λίγο καιρό. Μια ιστορία αγάπης. Μεταξύ δύο νέων ανθρώπων. Του Α. και της Α. Δυστυχώς, η ιστορία δεν είχε αίσιο τέλος κι έτσι σε προλαβαίνω ή σε προλαμβάνω, αγαπητέ μου αναγνώστη. Όχι τίποτε άλλο, αλλά να μη σε κρατάω και σ' αγωνία...
Και η ιστορία πάει κάπως έτσι. Μυρίζει καλοκαίρι, ήλιος και θάλασσα. Η Α. επισκέπτεται τη μικρή μας χώρα και μαγεύεται απ' αυτήν. Όπως κι απ' τον Α. Α!- επιφωνηματικό Α αυτό. Ξέχασα να σου πω ότι η Α. ήταν από τον εξωτικό Λίβανο και Μουσουλμάνα. Απ' την άλλη, ο Α.- άρχισε κι αυτός να αισθάνεται πράγματα για την πανέμορφη Λιβανέζα. Δεν έχει σημασία, αγαπημένε αναγνώστη, το που και πως βρέθηκαν μαζί. Σημασία έχει ότι άρχισαν να βρίσκονται μαζί κάθε μέρα και νύχτα. Λίγα κουτσά γαλλικά για τον Α. (ανάθεμα την ώρα που κορόϊδευε τα γαλλικά όταν ήταν μικρός...), λίγα αγγλικά από την Α. και δέσανε...Άλλωστε, τα μάτια τους λέγανε περισσότερα. Σχεδόν καίγανε.
Η Α. δεν έβγαλε ποτέ τη μαντίλα απ' το κεφάλι της. Στη θάλασσα έμπαινε με τα ρούχα της. Την πρώτη φορά που πήγαν μαζί στην παραλία, τον ρώτησε: 'Σε πειράζει να βουτήξω με τα ρούχα; Για μένα είναι φυσιολογικό...'. Ο Α. κοίταξε την κατάμεστη παραλία και μετά τα δυο της μάτια που έμοιαζαν σα δυο κομμάτια κάρβουνο. Γαμώτο, μύριζε σαν 1000 εξωτικά αρώματα της Ανατολής και τα μάτια της...Τα μάτια της! Σήκω, της είπε. Βούτηξαν στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου. Δυο κυράτσες σταυροκοπήθηκαν μεγαλοπρεπώς. Η Α. γελούσε, γελούσε σα μικρή καρδερίνα. Θα με φέρεις κι αύριο; Σε δυο μέρες γυρνούσε πίσω στην πατρίδα της. Το καλοκαίρι τελείωνε. Σεπτέμβριος...
Την επομένη ο καιρός χάλασε. Σκοτείνιασε ο ουρανός. Δεν τους ένοιαξε και πολύ. Αν και ο καιρός επηρεάζει, τούτο είναι γνωστό, φίλε αναγνώστη.- Εδώ κάνω μια μικρή παύση για να στρίψω ένα τσιγάρο. Φορτίζομαι- ενίοτε- με τις ιστορίες που γράφω...
Είσαι ακόμη εδώ; Ωραία! Που είχα μείνει; Θυμήθηκα. Το τελευταίο βράδυ καθήσαν κάτω από έναν αρχαίο πλάτανο. Έκανε κρύο. Δε μιλούσαν. Αγκαλιαστήκαν. Ούτε σεξ, ούτε καν ένα φιλί. Κι όμως ο Α. αισθανόταν τόσο ευτυχισμένος, τόσο ήρεμος. Για πρώτη φορά. Tu me manques...
Την πήγε στη στάση του λεωφορείου. Αυτός φορούσε τα Rayban του. Ήταν σκληρό αντράκι. Ή έτσι ήθελε να πιστεύει. Δεν ήθελε να τον δει βουρκωμένο. Το παλιό λεωφορείο ήρθε. Τον κοίταξε μέσα απ' το τζάμι. Έβαλε το χέρι της πάνω στο τζάμι. Je t' aime...
Το βράδυ κάθισε μόνος του κάτω απ' το μεγάλο πλατάνι. Έκλαιγε με λυγμούς. Λυγμούς απόγνωσης. Από μακριά ακουγόταν ο φίλος του ο Κρητικός που έπαιζε το μπαγλαμαδάκι του. Μια νύχτα θα' ρθει από μακριά αέρας πεχλιβάνης, να μην μπορείς να κοιμηθείς μόλις τον ανασάνεις...
Κάποιος μου είπε ότι μιλάνε ακόμη στο τηλέφωνο. Για πόσο; Κανείς δεν ξέρει. Τελικά, φίλτατε αναγνώστη, ίσως και να μην έχει άδοξο τέλος αυτή η ιστορία. Ποιός να ξέρει άραγε; Άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου. Ή του Αλλάχ...
Να πάρει χρώμα και ζωή της μοναξιάς ο κήπος...





